ευπάρεδρος

εὐπάρεδρος, -ον (ΑΜ)
1. αυτός που προσκολλάται, που αφοσιώνεται σε κάποιον
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐπάρεδρον
ο ένθερμος ζήλος
3. (κατά τον Ησύχ.) «εὐπάρεδρον
καλῶς παραμένον καὶ διηνεκῶς».
επίρρ...
εὐπαρέδρως (ΑΜ)
με ένθερμο ζήλο, με αφοσίωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πάρ-εδρος «παρακαθήμενος, βοηθός»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐπάρεδρος — constantly attending masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπαρέδρως — εὐπάρεδρος constantly attending adverbial εὐπάρεδρος constantly attending masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπάρεδρον — εὐπάρεδρος constantly attending masc/fem acc sg εὐπάρεδρος constantly attending neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπάρεδρα — εὐπάρεδρος constantly attending neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπάρεδροι — εὐπάρεδρος constantly attending masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευπρόσεδρος — εὐπρόσεδρος, ον (Α) 1. ευπάρεδρος* 2. (για παρθένους) ευσεβής, αφοσιωμένη στον θεό. [ΕΤΥΜΟΛ. ευ + προσ εδρος «ο πλησίον καθήμενος» (< προς + εδρος < έδρα), πρβλ. πάρ εδρος, πρό εδρος] …   Dictionary of Greek

  • εὐπαρέδρωι — εὐπαρέδρῳ , εὐπάρεδρος constantly attending masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.